Για να περιγράψουμε ένα κτίριο γράφουμε :
- Πού βρίσκεται
- Πότε και από ποιον (αν γνωρίζουμε) χτίστηκε
- Ποια είναι η ιστορία του
- Πώς είναι το κτίριο ; (Προχωράμε από έξω προς τα μέσα
- Ποια είναι η γενική εντύπωση που δημιουργεί
- Ποια είναι τα γενικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του
- Από τι υλικά είναι φτιαγμένο
- Πόσους και ποιους χώρους έχει
- Χώροι και αντικείμενα που μας κάνουν εντύπωση
- Πώς χρησιμοποιείται σήμερα
- Τι συναισθήματα ή τι σκέψεις μας δημιουργεί
Για να περιγράψουμε ένα κτίριο χρησιμοποιούμε :
- ενεστώτα στο γ΄ πρόσωπο και παρελθοντικούς χρόνους όταν αναφερόμαστε στην ιστορία του.
- λέξεις ή φράσεις που δηλώνουν τόπο
- και όσο περισσότερα επίθετα μπορούμε
Παράδειγμα περιγραφής κτιρίου :
Ήμουνα μωρό κι άκουγα να μιλάνε στο χωριό για τον Καλούδη.
Ο γερο - Καλούδης ήταν μεγάλος και τρανός σ' όλη την Αίγινα. Η περιουσία του δε λογαριαζόταν. Ήταν καλός άνθρωπος, θεοφοβούμενος, πονετικός κι εργατικός. Είχε αγαπήσει μια χωριανή που η ομορφιά της δεν είχε ταίρι. Την παντρεύτηκε με νταούλια και βιολιά και το φαγοπότι κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Μα φαίνεται πως την έφαγε το κακό μάτι. Πέθανε πάνω στη γέννα αλλά έζησε το παιδί. Ο μπαρμπα - Καλούδης αγάπαγε πολύ τη γυναίκα του και πόνεσε σαν την έχασε. Δεν άντεξε να ζει στη Χώρα, που όλα τού θύμιζαν τη γυναίκα του, κι ήρθε εδώ στη Βαγία κι έχτισε τούτο το σπίτι.
Η μάνα μου λέει πως τέτοιο σπίτι δεν έχει ξαναχτιστεί.
Ήταν δίπατο με εξωτερική ξύλινη σκάλα. Στα σκαλοπάτια είχε γαστριά με ασπροκόκκινες γαριφαλίνες που φτάνανε ίσαμε το χώμα. Η εξωτερική ξύλινη πόρτα ήταν γεμάτη λουλούδια. Τα παντζούρια, που ήταν κι αυτά ξύλινα, κλείναν προς τα μέσα. Είχε σκεπή με κεραμίδια και στην κορφή έναν πέτρινο σταυρό. Φάνταζε σαν ξωκλήσι. Όποιος περνούσε μπροστά έκανε το σταυρό του με ευλάβεια. Στο φράχτη, χτισμένος με χοντρές πέτρες, χιλιάδες μπλε κρίνοι και μια απριλιάτικη τριανταφυλλιά σε τρέλαιναν με την ευωδιά τους. Το χειμώνα οι αμυγδαλιές ήταν όλες ανθισμένες. Σωστός παράδεισος.
Στην πάνω κάμαρα υπήρχε η εικόνα της Θεοτόκου. Στο μισοχώρι του μαγειρειού, ένα χτιστό κανάτι για κουταλοθήκη και παραδίπλα το τζάκι με τις αγκωνές του πάντα ασβεστωμένες. Αντίκρυ του τζακιού είχε ένα ράφι με πλουμιστά τσανάκια. Έτρωγαν χάμω, ολόγυρα στο σοφρά, πάνω σε μαξιλάρες υφαντές ή σε γιδίσιο χαλί. Ό,τι έκανε ο Καλούδης το 'κανε με μεράκι, κι ας ήταν πονεμένος ο άμοιρος.
Στο χωριό μας, τα σπίτια ήταν φτωχικά. Το σπίτι του Καλούδη μάς φάνταζε παλάτι του παραμυθιού και κέντριζε τη φαντασία μας. Αχ, και να μπορούσαμε να μπούμε μέσα, να δούμε τα χνάρια του παλιού αρχοντικού.
Μια μέρα ξεκινήσαμε για να το εξερευνήσουμε. Ο κήπος ήταν χορταριασμένος. Το πορτάκι, ξεχαρβαλωμένο, ήταν ορθάνοιχτο. Ο τοίχος της περίφραξης, χτισμένος με χοντρές πέτρες, έστεκε όρθιος.
Η εξωτερική ξύλινη πόρτα, που κάποτε ήταν γεμάτη λουλούδια, είχε γκρεμιστεί και δεν έφτανε ίσαμε πάνω. Στέκαμε όλοι φοβισμένοι. Κοιτούσαμε το κουφάρι του παλιού σπιτιού με τ' ανοιχτά παράθυρα. Ένα πρόσωπο που του 'χαν βγάλει τα μάτια. Μπήκαμε στον κήπο. Σε λίγο βρεθήκαμε όλοι μέσα. Το λιγοστό φως έμπαινε από τ' ανοιχτά παράθυρα. Τα ξύλινα παντζούρια, τώρα πια, δεν κλείναν αλλά κρέμονταν ξεχαρβαλωμένα από τους ρεζέδες τους. Μεγάλες αράχνες είχαν υφάνει παντού τα δίχτυα τους κι ανεβοκατέβαιναν από τις μεταξένιες κλωστές τους.
Πού ήταν τα πλούτη του Καλούδη;
Ζωρζ Σαρή, Τα στενά παπούτσια, εκδ. Πατάκη