Όταν κλίνεται ένα ρήμα, στον Παρατατικό και στον Αόριστο προστίθεται στην αρχή του ρήματος ένα έ. Αυτό το έ λέγεται αύξηση.

Πότε μπαίνει η αύξηση ;

α) η αύξηση μπαίνει μόνο όταν τονίζεται, π.χ. έτρεχα, έτρεχες, έτρεχε,  έτρεχαν, ενώ χάνεται όταν δεν τονίζεται, π.χ. τρέχαμε, τρέχατε.

β) η αύξηση μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από σύμφωνο (πιάνω), ενώ δεν μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή δίψηφο (αυ, ευ κ.τ.λ.), π.χ. ιδρύω > ίδρυα, εύχομαι > ευχόμουν(α), αισθάνομαι > αισθανόμουν(α).

γ) η αύξηση βρίσκεται στην αρχή του ρήματος (έπιανα, έπιασα) και λέγεται εξωτερική αύξηση. Όταν όμως το ρήμα είναι σύνθετο (διαμένω) η αύξηση μπαίνει ανάμεσα στο α' και β΄ συνθετικό (δι-έμενα, δι-έμεινα). Στην περίπτωση αυτή η αύξηση ονομάζεται εσωτερική αύξηση.

Η Προστακτική δεν παίρνει αύξηση.