Welcome to Τα Σαΐνια   Click to listen highlighted text! Welcome to Τα Σαΐνια Powered By GSpeech

«Είμαι μονάχα μια μπουκιά απ’vαυτό το ατελείωτο, πεντανόστιμο χιόνι», είπε ο Χιονάνθρωπος. «Ο άνεμος πράγματι σε αναζωογονεί! Και πώς λάμπει αυτό το φλογισμένο πράγμα!» (Εννοούσε τον ήλιο που ήταν έτοιμος να δύσει.) «Δεν πρόκειται όμως να με κάνει ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Θα τα κρατήσω γερά στη θέση τους».

Μιλούσε για κείνα τα δυο μεγάλα τριγωνικά κομμάτια από κεραμίδι που είχε για μάτια. Το στόμα και τα δόντια του αποτελούνταν από το κάτω μέρος μιας παλιάς τσουγκράνας. Είχε γεννηθεί μέσα στα χαρούμενα ξεφωνητά των παιδιών και τον είχαν υποδεχτεί τα κουδουνίσματα από τα καμπανάκια των έλκηθρων και τα κροταλίσμα των μαστιγίων.

Ο ήλιος έδυσε. Η πανσέληνος έκανε την εμφάνισή της, μεγάλη και ολοστρόγγυλή, λευκή και πανέμορφη, λάμποντας μες στον παγωμένο αέρα.

«Να το πάλι, ξανάρχεται από τη άλλη μεριά», λέει ο Χιονάνθρωπος. (Νόμιζε πως το φεγγάρι είναι ο ήλιος που εμφανιζόταν ξανά). «Το αποχαιρέτησα μαζί μ’ όλη  τη λάμψη του! Τώρα μπορεί να κρέμεται εκεί πάνω και να φωτίζει μακριά, έτσι ώστε να μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου. Μακάρι να ‘ξερα πώς ο κόσμος κινείται και περπατά! Πόσο θα ’θελα να μπορώ κι εγώ να περπατώ! Αν μπορούσα, θα πήγαινα εκεί κάτω και θα γλιστρούσα στον πάγο, όπως έχω να κάνουν τα παιδιά δεν ξέρω όμως να τρέχω...»

«Γουφ! Γουφ!» γάβγισε ένα γέρικο μαντρόσκυλο. Είχε μια βραχνάδα η φωνή του, κάτι που του ’χε μείνει από τότε που ήταν φύλακας του σπιτιού και ξάπλωνε δίπλα στη φωτιά. «Ο ήλιος θα σου μάθει να τρέχεις! Αυτός έμαθε και τον τύπο που ήταν εδώ πριν από εσένα. Όλους... Γουφ! Γουφ!»

«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, φίλε μου!» είπε ο Χιονάνθρωπος. «Αυτός εκεί πάνω θα μου μάθει να τρέχω;»( Εννοούσε το φεγγάρι). «Ω, μα βέβαια! Έχεις δίκιο, έτρεχε κι εκείνος την τελευταία φορά που τον κοίταξα! Τώρα ξανατρυπώνει πίσω από την άλλη μεριά».

«Είσαι ανόητος», είπε το μαντρόσκυλο. «Αλλά τι να περιμένει κανείς από λίγο πατικωμένο χιόνι σαν εσένα! Αυτό που βλέπεις τώρα είναι το φεγγάρι, ο ήλιος ήταν εδώ πιο νωρίς. Θα ξανάρθει αύριο πρωί και θα σου μάθει πώς να τρέχεις εκεί κάτω, στο αυλάκι δίπλα στον τοίχο. Θ’ αλλάξει ο καιρός, το ξέρω επειδή με πονάει το πίσω αριστερό μου πόδι. Θα ‘χουμε καιρικές μεταβολές σου λέω!»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ όσα μου λέει», μονολόγησε ο Χιονάνθρωπος. «Σαν να μου φαίνεται όμως ότι δεν πρόκειται για κάτι καλό. Εκείνο το πράγμα που έλαμπε και μετά εξαφανίστηκε, αυτό που λέγεται ήλιος, σίγουρα δεν είναι φίλος μου, το αισθάνομαι στα κόκαλά μου».

«Γουφ!Γουφ!» γάβγισε το μαντρόσκυλο και γυρνώντας τρεις φορές γύρω από τον εαυτό του, μπήκε στο σπιτάκι του και ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Και πραγματικά, ο καιρός άλλαξε. Κατά το πρωί πυκνή ομίχλη απλώθηκε παντού και λίγο αργότερα ο παγωμένος άνεμος που σηκώθηκε και σκέπασε τα πάντα με ένα λεπτό στρώμα πάγου. Τι θέαμα όμως όταν βγήκε ο ήλιος! Όλα τα δέντρα και οι θάμνοι ήταν καλυμμένοι με πάχνη, σαν ένα τεράστιο, κάτασπρο κοραλλένιο δάσος, και το κάθε κλαράκι σπινθηροβολούσε χαρούμενα κάτω από το φως του ήλιου. Τα τόσο περίτεχνα συμπλέγματα που σχημάτιζαν τα κλαδιά των δέντρων-που το καλοκαίρι ήταν δύσκολο να τα διακρίνει κανείς λόγο των πυκνών φυλλωμάτων -ήταν σαν μια πάλλευκη δαντέλα, που λαμπύριζε κι άστραφτε κάτω από τα παιχνιδίσματα του φωτός. Οι σημύδες κουνούσαν τα κλαδιά τους στον αέρα γεμάτες ζωή, όπως κάνουν τα δέντρα το καλοκαίρι. Ήταν κάτι μαγευτικό! Κάτω από τον ήλιο που έλαμπε μεγαλόπρεπα τα πάντα σπινθήριζαν λες και ήταν καλυμμένα με χρυσόσκονη, λες και σπαρμένα διαμάντια ήταν σπαρμένα εδώ κι εκεί στο αφράτο χιόνι και αμέτρητα μικρά φώτα άναβαν παντού, πιο άσπρα κι από το κάτασπρο χιόνι.

«Είναι μαγευτικά!», είπε μια κοπέλα βγαίνοντας έξω στον κήπο παρέα με ένα νεαρό αγόρι. Στάθηκε δίπλα στο Χιονάνθρωπο και κοίταξε τα δέντρα που λαμπύριζαν. «Ακόμα και το καλοκαίρι δεν είναι τόσο όμορφα!», παρατήρησε και τα μάτια της άστραψαν.

«Ούτε φίλου σαν κι αυτόν έχεις το καλοκαίρι», είπε ο νεαρός και έδειξε το Χιονάνθρωπο. «Είναι υπέροχος».

Η κοπέλα γέλασε, έγνεψε στο Χιονάνθρωπο και άρχισε να χορεύει με το φίλο της λίγο πιο κει, πάνω στο χιόνι που έτριζε κάτω από τα πόδια τους.

«Ποιο είναι αυτοί οι δύο;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος το μαντρόσκυλο. «Είσαι σ’ αυτό το κτήμα πριν από εμένα, τους γνωρίζεις;»

«Φυσικά τους γνωρίζω!» απάντησε το μαντρόσκυλο. «Το κορίτσι με χαϊδεύει και μου δίνει κόκαλα κι εγώ δεν τους δαγκώνω».

«Και τι γυρεύουν εδώ πέρα;» ρώτησε πάλι ο Χιονάνθρωπος.

«Φλερρρ... φλερρρ... φλερτάρουν!» είπε το μαντρόσκυλο. «Σε λίγο θα ζουν στο ίδιο σπιτάκι και θα ροκανίζουν μαζί κόκαλα. Γουφ! Γουφ!»

«Και είναι τόσο σπουδαίοι όσο εσύ κι εγώ;» έκανε απορημένος ο Χιονάνθρωπος.

«Ανήκουν στο αφεντικό», είπε το μαντρόσκυλο. «Μα την αλήθεια, δεν ξέρεις τίποτα! Είσαι ανίδεος, όπως όλοι οι νέοι. Μη βλέπεις εμένα, εγώ με το χρόνια έγινα σοφός. Ξέρω το καθετί που συμβαίνει σ’ αυτό το κτίσμα! Μη με βλέπεις έτσι, υπήρχε μια εποχή που δεν ήμουν αλυσοδεμένος έξω στο κρύο. Γουφ! Γουφ!»

«Εμένα μου αρέσει το κρύο!» είπε ο Χιονάνθρωπος. «Όμως για συνέχιζε, πες μου όλη την ιστορία σου, μόνο μην κουδουνίζεις, σε παρακαλώ, την αλυσίδα σου-με κάνει κι ανατριχιάζω».

«Γουφ! Γουφ!. Κάποτε ήμουν κι εγώ μικρός... ‘ ‘Ω, κοιτάξτε τι γλυκούλι που είναι!’’ έλεγαν όλοι κι εγώ καθόμουν σε μια βελούδινη καρέκλα του σπιτιού, ξαπλωμένος στα γόνατα του αφεντικού μου. Με φιλούσαν στη μύτη, μου σκούπιζαν τα πόδια με ένα κεντημένο μαντίλι και ήταν όλο γλύκες και κανακέματα. Μετά όμως που μεγάλωσα και δεν ήμουν πια τόσο χαριτωμένος, με έδωσαν στην οικοδόμο και με ανάγκασαν να ζω στο υπόγειο! Να μπορείς να το δεις από κει που στέκεσαι: το βασίλειό μου! Γιατί εκεί εγώ ήμουν το αφεντικό. Μπορεί το μέρος να ήταν μικρότερο από το κυρίως σπίτι, όμως εγώ αισθανόμουν πιο άνετα-δεν είχα τα παιδιά να με τραβολογάνε και να με χαϊδολογάνε όλη την ώρα. Το φαγητό ήταν το ίδιο νόστιμο και μάλιστα υπήρχε πολύ περισσότερο! Είχα το δικό μου μαξιλαράκι και μια σόμπα που τις κρύες μέρες του χειμώνα ήταν το καλύτερο μέρος του κόσμου! Χωνόμουν από κει κάτω και γινόμουν κατάμαυρος. Αχ! Ακόμα την ονειρεύομαι αυτή τη σόμπα. Γουφ! Γουφ!»

«Είναι όμορφες οι σόμπες όπως όλα εδώ τριγύρω;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος. «Είναι σαν κι εμένα;»

«Είναι το τελείως αντίθετο από σένα! Είναι κατάμαυρες, έχουν ψηλό λαιμό μ’ ένα μπρούτζινο κολάρο, τρώνε καυσόξυλα και πετάνε φλόγες από το στόμα τους. Αν ξαπλώσεις δίπλα τους ή καλύτερα από κάτω τους αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι στο όμορφο μέρος του κόσμου! Να, να, κοίτα μέσα από κείνο το παράθυρο και θα καταλάβεις».

Και ο Χιονάνθρωπος κοίταξε εκεί που του έδειξε το μαντρόσκυλο και πράγματι είδε ένα γυαλιστερό πράγμα με μπρούτζινο κολάρο και φλόγες που τρεμόπαιζαν στο κάτω μέρος. Και παραξενεύτηκε πολύ. Είχε μια περίεργη αίσθηση ότι δεν μπορούσε να δώσει ένα όνομα σ’ αυτό το πράγμα-δε γνώριζε τίποτα γι’ αυτό. Ο περισσότερος κόσμος βέβαια θα το ήξερε, αφού δεν ήταν χιονάνθρωποι.

«Και γιατί την εγκατέλειψες;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος. (Νόμιζε ότι ήταν είδος γυναίκας.)

«Πώς μπόρεσες να εγκαταλείψεις ένα τόσο όμορφο μέρος;»

«Δεν το ήθελα», είπε το μαντρόσκυλο. «Με πέταξαν έξω με τις κλοτσιές και με αλυσόδεσαν εδώ. Είχα δαγκώσει το μικρό αφέντη στο πόδι, γιατί μου άρπαξε το κόκαλο που μασούσα. ``Έτσι μου είσαι; Τώρα θα σου δείξω εγώ, θα φάω το δικό σου κόκαλο’’, είχα πει μέσα μου. Δεν τους άρεσε όμως και από τότε είμαι δεμένος με αυτήν εδώ την αλυσίδα κι έχω χάσει τη δυνατή φωνή μου. Να, άκου πόσο βραχνός είμαι: Γούφ! Γουφ!αυτό είναι το τέλος της».

Όμως ο Χιονάνθρωπος δεν άκουγε, συνέχιζε να κοιτάει στο κελάρι της οικονόμου, εκεί όπου στεκόταν στα τέσσερά της πόδια-στο ίδιο ύψος με το δικό του-η σόμπα.

«Όλα τρίζουν μέσα μου», είπε. «Θα μπορέσω, άραγε, ποτέ να μπω εκει μέσα; Είναι μια αρκετά απλή ευχή και οι απλές ευχές πρέπει να πραγματοποιούνται. Είναι η μεγαλύτερη ευχή μου, η μοναδική ευχή μου, και θα ήταν άδικο να μην πραγματοποιηθεί. Πρέπει να μπω οπωσδήποτε εκεί μέσα. Πρέπει να πάω δίπλα της, ακόμη κι αν χρειαστεί να σπάσω το παράθυρο!»

«Δεν πρόκειται ποτέ να μπεις εκεί μέσα», είπε το μαντρόσκυλο. «Κι αν ακόμα καταφέρεις να πλησιάσεις τη σόμπα, γρήγορα θα λιώσεις. Γουφ! Γουφ!»

«Δε μ’ ενδιαφέρει» είπε ο Χιονάνθρωπος. «Έτσι κι αλλιώς, νομίζω πως έχω αρχίσει ήδη να διαλύομαι». Ο Χιονάνθρωπος στεκόταν εκεί όλη την ημέρα, κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο. Καθώς το σκοτάδι έπεφτε σιγά σιγά, το δωμάτιο έμοιαζε ακόμα πιο ελκυστικό. Ένα γλυκό φως έβγαινε από τη σόμπα, όχι σαν εκείνο του φεγγαριού ή του ήλιου, όχι, το φως της σόμπας είναι μοναδικό. Όταν η πορτίτσα της άνοιγε, φλόγες ξεπηδούσαν από το εσωτερικό της. Το κατάλευκο πρόσωπο του Χιονάνθρωπου γινόταν κόκκινο και το κοκκίνισμα αυτό έφτανε μέχρι τα μισά του σώματός του.

«Δεν το αντέχω», αναστέναξε. «Πόσο όμορφη είναι όταν βγάζει έξω τη γλώσσα της!»

Ήταν μια ατελείωτη νύχτα. Όχι όμως για το Χιονάνθρωπο, εκείνος βυθίστηκε στις όμορφες ονειροπολήσεις του και πάγωσε τόσο πολύ από το κρύο της νύχτας, που έτριζε!

Το επόμενο πρωί τα παράθυρα του κελαριού είχαν παγώσει και ο πάγος σχημάτιζε τα πιο όμορφα λουλούδια που ένας χιονάνθρωπος μπορεί να ονειρευτεί. Η σόμπα όμως δεν φαινόταν πια, τα τζάμια ήταν πολύ θολά και αχνισμένα. Τα πάντα έτριζαν, ήταν εκείνος ο παγωμένος καιρός που όλοι οι χιονάνθρωποι λατρεύουν και απολαμβάνουν. Ο δικός μας όμως Χιονάνθρωπος δε φαινόταν καθόλου ευτυχισμένος. Ο καημένος! Ήταν τρελά ερωτευμένος με τη σόμπα!

«Πρόσεχε, είναι πολύ μεγάλη αρρώστια ο έρωτας!» είπε το μαντρόσκυλο. «Την πέρασα κι εγώ αλλά ευτυχώς όχι πολύ βαριά. Γουφ! Γουφ! Προβλέπω αλλαγή καιρού. Γουφ!

Και πραγματικά ο καιρός άλλαξε-άρχισε να ζεσταίνει. Κι όσο περισσότερο ζέσταινε, τόσο ο Χιονάνθρωπος έλειωνε. Δεν παραπονιόταν όμως. Δεν έλεγε τίποτα, κι αυτό ήταν σημάδι...

Ένα πρωί διαλύθηκε τελείως. Στη θέση του έμεινε μονάχα υψωμένο κάτι που έμοιαζε με το κοντάρι μιας σκούπας-γύρω από αυτό το κοντάρι τον είχαν φτιάξει το παιδιά.

«Τώρα καταλαβαίνω γιατί ήταν τόσο ερωτευμένος», είπε το μαντρόσκυλο. « Ο Χιονάνθρωπος ήταν φτιαγμένος από ένα φτυάρι για τη σόμπα. Να γιατί ένοιωθε τόση έλξη γι’ αυτήν. Γουφ! Γουφ!»

Γρήγορα ο καιρός καλυτέρεψε.

«Γουφ! Γουφ!» γαύγισε το μαντρόσκυλο και τα παιδιά στο αγρόκτημα τραγουδούσαν χαρούμενα. Και κανείς πια δεν θυμόταν τον ερωτευμένο Χιονάνθρωπο.

 

ΤΕΛΟΣ!!!

 

ΤΑΞΙΔΕΥΤΕΣ (Ευαγγελία Κολκού, Ναταλία Άτσου, Θάνος Γαρίλλης και Χριστίνα Βασάλου).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Click to listen highlighted text! Powered By GSpeech