Welcome to Τα Σαΐνια   Click to listen highlighted text! Welcome to Τα Σαΐνια Powered By GSpeech

argonautic 01 googΤο βιβλίο με το όνομα ο άγνωστος ταξιδιώτης μας διηγείται την ιστορία ενός χωριού, όπου οι άνθρωποι γιόρταζαν και χαίρονταν μόνο στα πανηγύρια, ενώ τις υπόλοιπες μέρες δούλευαν σκληρά. Μια μέρα όμως ήρθε στο πανδοχείο ένας παράξενος ταξιδιώτης, όπου διηγήθηκε στους ιδιοκτήτες του πανδοχείου την ιστορία του. Τα παιδιά και η γυναίκα του ιδιοκτήτη συγκινήθηκαν, όμως ο ίδιος ο ιδιοκτήτης ήθελε να πληρωθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αφού του έδωσαν ένα ζεστό δωμάτιο και φαγητό, ο ταξιδιώτης ένιωθε πολύ καλύτερα,  τα παιδιά αμέσως γνωρίστηκαν με τον ταξιδιώτη. Τα έμαθε να ζωγραφίζουν, να παίζουν μουσική, να διηγούνται ιστορίες. Όμως μετά από αρκετό καιρό έπρεπε να φύγει, δυστυχώς ο ιδιοκτήτης με την ανυπομονησία του να τον διώξει και τα παιδιά με τον τσακωμό τους χάλασαν τη βραδιά Με αφορμή όμως τον τσακωμό τους τους διηγήθηκε μια ιστορία, για δυο αδέρφια τον Βελάθ και τον Αβελόν.

Ο Αβελόν  ήτανε  τσιγκούνης και ποτέ δεν έδινε στον αδελφό του κάτι, όταν του το ζητούσε, ενώ ο αδερφός του ήταν γενναιόδωρος. Μια μέρα ο Βελάθ έτσι όπως πήγαινε σπίτι του,στενοχωρημένος επειδή ο Αβελόν αρνήθηκε να τον βοηθήσει, σκόνταψε πάνω σε μια μυλόπετρα. Όταν σηκώθηκε να φύγει αναρωτήθηκε, γιατί τον καταριούνται οι θεοί.

Πριν όμως φύγει πήρε μαζί του και την μυλόπετρα. Όταν έφτασε έξω από το σπίτι του πέταξε κάτω την μυλόπετρα και αυτή άρχισε να γυρνάει γύρω από τον εαυτό της και να βγάζει αλάτι. Με το που το είδε ο Βελάθ την πήρε και κρύφτηκε στο σπίτι του. Δεν άργησε να μάθει ο Αβελόν για την μυλόπετρα και πήγε χωρίς δεύτερη σκέψη να τη ζητήσει. Ο αδερφός του με μεγάλη χαρά του την έδωσε. Όταν ο Αβελόν έφτασε σπίτι του είπε στη γυναίκα του για τη μυλόπετρα και εκείνη με μεγάλο θαυμασμό παρακολουθούσε τον άντρα της. Ο Αβελόν πέταξε κάτω την πέτρα και αυτή άρχισε να γυρίζει μανιωδώς με αποτέλεσμα να βγάζει αλάτι. Έχοντας τελειώσει ο Αβελόν ήθελε να σταματήσει την πέτρα, μάταια όμως, δεν κατάφερε τίποτα. Δυστυχώς το σπίτι του γκρεμίστηκε από το πολύ αλάτι. Αυτό δεν άργησε να μαθευτεί και αμέσως ο αδερφός του πήγε να τον βοηθήσει.

Ο ξένος συζητούσε συχνά με τον Μέμο και τον Πέπο για το πόσο μας βοηθούν οι θεοί αν και πολλές φορές ξεχνούν να μας βοηθήσουν. Επίσης τους είπε ότι δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα απʼ αυτούς ,αλλά ότι εμείς μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανό το θαύμα της δημιουργίας . Μετά από λίγη ώρα γύρισαν στο ξενοδοχείο. Ο ξένος είπε σε όλους ότι θα έφευγε την επόμενη μέρα. Τα παιδιά τον αποχαιρέτησαν και πήγαν για ύπνο. Τα ξημερώματα, ενώ ο ξένος ήταν έτοιμος να φύγει, ο πανδοχέας του είπε να πληρώσει. Αυτός όμως δεν είχε χρήματα. Και αντί για ευρώ, του ζωγράφισε ένα πουλί, όπου όποιος θα χτυπούσε παλαμάκια, αυτό θα ζωντάνευε και θα έκανε διάφορα κόλπα. Αυτό το πουλί  όμως θα έπρεπε να χορεύει για πολλούς, όχι μόνο για έναν. Ο ξένος έφυγε. Ο πανδοχέας σκέφτηκε να τον κυνηγήσει , αλλά η γυναίκα του προσπάθησε να τον σταματήσει. Μα ήταν μάταιο. Έτρεξε να τον βρει, μα είχε εξαφανιστεί.

Ο πανδοχέας μονολογούσε ''Την έπαθα!... την έπαθα!... Πώς την έπαθα.'' Τα είχε βάλει και με την γυναίκα του, η οποία τα τελευταία δύο βράδια έβλεπε εφιάλτες με το πουλί. Για αυτό το λόγο όλη την ώρα πήγαινε και κεντούσε κάτω απο την εικόνα. Στο μεταξύ ο άντρας της πίστευε ότι δεν θα έρθει πελάτης. Ξαφνικά μπήκε ο ταχυδρόμος έμεινε έκπληκτος όταν είδε το υπέροχο έργο τέχνης.

Τότε στον πανδοχέα ήρθε μια ιδέα, να πει στον ταχυδρόμο ότι το Σαββατόβραδο θα άνοιγε ένα βαρέλι με ολοκαίνουριο κρασί, όποιος θα ερχόταν, το πρώτο ποτήρι θα ήταν δωρεάν. Το νέο διαδόθηκε από τον ταχυδρόμο. Ο πανδοχέας ανυπομονούσε να φτάσει βράδυ. Το βράδυ, το χάνι γέμισε, ο κόσμος περίμενε να δει το πουλί. Ο πανδοχέας δεν πίστευε ότι το πουλί θα κουνηθεί, οπότε άρχισε να χτυπά παλαμάκια, τότε το πουλί άνοιξε τις φτερούγες του. Ο πανδοχέας δεν πίστευε στα μάτια του. Το επόμενο Σαββατόβραδο το χάνι είχε το διπλάσιο κόσμο, το μεθεπόμενο τον τριπλάσιο και αυτό συνεχιζόταν.

Από τότε ο κόσμος άρχιζε να πλέκει έργα και  να κτίζει κεραμικά με το πουλί.

Το κλίμα του χωριού είχε αλλάξει ριζικά, ώσπου μια μέρα ο άρχοντας άκουσε για το πουλί και ήθελε να το δει από κοντά. Έτσι πήρε δυο σακούλια γεμάτα φλουριά και την άμαξά του και ξεκίνησε για το τόπο όπου βρισκόταν το πουλί. Ο αυτοκράτορας, που νόμιζε ότι τα πάντα αγοράζονται, ήθελε να αγοράσει το κομμάτι τοίχου όπου βρισκόταν η τοιχογραφία. Πήγε κατεύθείαν στον πανδοχέα και του ζήτησε τη ζωγραφιά. Ο πανδοχέας μόλις είδε το σακούλι με τα φλουριά μαγεύτηκε κατά κάποιον τρόπο και ξέχασε τη συμβουλή του ταξιδιώτη. Αφού πήρε τα φλουριά ο πανδοχέας έδειξε στον αυτοκράτορα το πουλί. Το μαγικό πουλί χόρεψε για τον αυτοκράτορα. Μόλις η επίδειξη τελείωσε το πουλί πέταξε στο δωμάτιο της γυναίκας του πανδοχέα και εξαφανίστηκε. Την επόμενη ημέρα στη θέση του πουλιού υπήρχε λίγη σκόνη.

Η ιστορία μας εξηγεί ότι τα καλά και τα ωραία πράγματα δεν πρέπει να τα κρατάμε μόνο για τον εαυτό μας και ότι μερικές φορές οι άνθρωποι βάζουν το συμφέρον πάνω από την ευτυχία.

Ελπίζουμε να σας άρεσε!  !  !

Αργοναύτες (Μαρία, Κατερίνα, Νικόλας, Μιχάλης, Άνη)

 

Click to listen highlighted text! Powered By GSpeech